Έρευνα: Ποιοι οδηγοί είναι πιο επιρρεπείς στην υπερβολική ταχύτητα

Έρευνα: Ποιοι οδηγοί είναι πιο επιρρεπείς στην υπερβολική ταχύτητα

Η οδήγηση στις πόλεις, τις καθημερινές και κυρίως τις πρωινές ώρες αιχμής αποτελούν τους τρεις βασικούς παράγοντες που φαίνεται να επηρεάζουν τη γρήγορη οδήγηση ή την επιλογή ακατάλληλης ταχύτητας (δηλαδή ταχύτητας που μπορεί να είναι εντός των ορίων, αλλά να μη δικαιολογείται από τις επικρατούσες συνθήκες).

Σε σχετικό πείραμα στο πλαίσιο του οποίου μελετήθηκαν 5.000 διαδρομές 116 οδηγών σε διάστημα έξι μηνών μέσω καταγραφών σε εφαρμογή «έξυπνων» κινητών, που πραγματοποίησε ομάδα συγκοινωνιολόγων με τη συμμετοχή του καθηγητή του ΕΜΠ, Γιώργου Γιαννή και του καθηγητή του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και προέδρου του Συλλόγου Ελλήνων Συγκοινωνιολόγων (ΣΕΣ), Παναγιώτη Παπαντωνίου, διερευνήθηκαν οι οδηγικές συμπεριφορές, οι οποίες σχετίζονται άμεσα την ανάπτυξη ταχύτητας.

Μετρώντας το ποσοστό ταχύτητας που ορίζεται ως το ποσοστό του χρόνου ταξιδιού κατά το οποίο ο οδηγός υπερβαίνει το προτεινόμενο όριο, οι ερευνητές κατέληξαν σε τρία βασικά συμπεράσματα:

  • Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο στις αστικές περιοχές συγκριτικά με την επαρχία, το οποίο θεωρείται σε ένα βαθμό αναμενόμενο δεδομένου του τρόπου οδήγησης στις επαρχιακές οδούς, αλλά και των χαμηλότερων ορίων ταχύτητας στους δρόμους των πόλεων.
  • Είναι επίσης υψηλότερο τα Σαββατοκύριακα συγκριτικά με τις καθημερινές, κάτι που καταδεικνύει μία πιο «επιθετική» οδηγική συμπεριφορά αυτές τις δύο ημέρες.
  • Ως προς τις καθημερινές, το ποσοστό ταχύτητας αυξάνεται τις πρωινές ώρες αιχμής, αλλά όχι και τις απογευματινές, γεγονός το οποίο οι ερευνητές εξηγούν σημειώνοντας πως οι οδηγοί το πρωί συνήθως βιάζονται για να φτάσουν εγκαίρως στη δουλειά τους. Αντιθέτως, τις ώρες αιχμής της επιστροφής τους αισθάνονται κουρασμένοι, θέλουν να χαλαρώσουν από το άγχος της ημέρας και τείνουν να οδηγούν πιο ήρεμα επιταχύνοντας λιγότερο.

Ένα από τα συμπεράσματα των ερευνητών ήταν ότι οι οδηγοί που συνηθίζουν τα επιταχύνουν επιθετικά ειναι εκείνοι που ξεπερνούν το ανώτατο όριο ταχύτητας για μεγαλύτερα διαστήματα του χρόνου ταξιδιού.

Επιπλέον διαπίστωσαν ότι όσοι ταξιδεύουν περισσότερο τόσο από άποψη απόστασης όσο και χρόνου, οδηγούν αναπτύσσοντας συνήθως μεγαλύτερες ταχύτητες γεγονός που τους εκθέτει σε αυξημένο κίνδυνο.

Η έρευνα, η οποία παρουσιάστηκε πριν λίγες ημέρες στο συνέδριο Οδικής Ασφάλειας που διοργάνωσε το ΕΜΠ και ο ΣΕΣ, καταδεικνύει ξεκάθαρα το συσχετισμό της ταχύτητας με συγκεκριμένες συμπεριφορές και μετρήσεις όπως ο αριθμός των μεγάλων επιταχύνσεων και ο τρόπος οδήγησης κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου.

Άλλωστε η συμπεριφορά των οδηγών έχει πλέον αποδειχτεί ότι αποτελεί τον κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα για το 65% έως 95% του συνόλου των τροχαίων ατυχημάτων. Γι αυτόν το λόγο μάλιστα οι παράμετροι της επιθετικής οδηγικής συμπεριφοράς όπως οι απότομες επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις και ο συσχετισμός τους με τη σύγκρουση οχημάτων, έχουν ήδη διερυνηθεί από την ασφαλιστική βιομηχανία.

Η ταχύτητα θεωρείται ως ο πλέον επιβαρυντικός παράγοντας για περίπου 30% του συνόλου των θανατηφόρων τροχαίων. Εκτιμάται μάλιστα ότι ποσοστό 40% – 50% των οδηγών διεθνώς οδηγούν γρηγορότερα από το προτεινόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας και ότι περίπου το 10% έως 20% εξ αυτών ξεπερνούν το όριο κατά περισσότερο από 10 χιλιόμετρα την ώρα.

Κι αυτό ενώ έχει πλέον αποδειχθεί ότι η μείωση της μέσης ταχυτητας κατά 1,6 χιλιόμετρα μειώνει τους τραματισμούς κατά 5%, ενώ η μείωση του ορίου ταχύτητας από τα 100 στα 90 χιλιόμετρα την ώρα σε επαρχιακές οδούς μπορεί να μειώσει το ποσοστό των ανθρώπινων απωλειών κατά 11%.

Η υπερβολική ταχύτητα όμως εκτός του ότι συνδέεται άμεσα με τεραστιο αριθμό τροχαίων, ο οποίος αυξάνεται γεωμετρικά εφόσον συνδυάζεται με κακό οδικό δίκτυο ή προβληματικό όχημα, έχει και άλλα σημαντικά μειονεκτήματα, αφού πλέον όλα τα ερευνητικά δεδομένα συγκλίνουν ότι:

  • Ευθύνεται για πολύ μεγαλύτερες εκπομπές ρύπων, αλλά και για υψηλά ποσοστά ηχορρύπανσης, ενώ
  • επηρεάζει την ποιότητα ζωής των κατοίκων των αστικών κέντρων, ιδίως την ασφαλή μετακίνηση των ευάλωτων χρηστών των οδών, δηλαδή πεζών, ποδηλατών, κλπ.
  • Ευθύνεται για σημαντικά μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι έχει εκτιμηθεί πως η διαφορά στην κατανάλωση καυσίμου και στις εκπομπές ρύπων μεταξύ ενος ήρεμου και ενός επιθετικού οδηγού υπερβαίνει το 40%. Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο ήδη από το παρελθόν και χρόνια πριν την ενεργειακή κρίση και το ράλι στις τιμές των καυσίμων που τώρα βιώνουμε, υπήρξαν προτροπές για την υιοθέτηση της λεγόμενης οικολογικής οδήγησης.

Πηγή: ethnos.gr

Μοιραστείτε το... Facebooktwitterredditpinterestlinkedinby feather