Άπιαστο όνειρο για ολοένα και περισσότερους το δικό τους σπίτι

Άπιαστο όνειρο για ολοένα και περισσότερους το δικό τους σπίτι

Όλο και μικραίνει το «παράθυρο» της ευκαιρίας για την αγορά ακινήτου, καθώς οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν μια σειρά από δυσμενείς παράγοντες, όπως οι συνεχείς αυξήσεις των τιμών πώλησης, το κύμα ακρίβειας που συμπιέζει τα εισοδήματα και την αγοραστική δύναμη, την ανασφάλεια λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και την ανάγκη για ίδια χρηματοδότηση ενός σημαντικού ποσοστού επί της αξίας τής προς απόκτηση κατοικίας. Σε λίγους μήνες μάλιστα αναμένεται να προστεθεί και ο παράγοντας των υψηλότερων επιτοκίων, καθώς, εκτός απροόπτου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρόκειται να προστεθεί στη λίστα των κεντρικών τραπεζών που αυξάνουν τα επιτόκια.

Στα ύψη οι τιμές πώλησης

Με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά την περίοδο 2018-2021, οι τιμές πώλησης κατοικιών έχουν αυξηθεί κατά 20,8% πανελλαδικά κατά μέσο όρο. Μάλιστα, στην Αττική το ποσοστό της αύξησης ανέρχεται σε 30%. Κατά το 2021 η πανελλαδική αύξηση των τιμών ανήλθε σε 7,1%, έναντι αύξησης 4,5% το 2020. Τα νεόδμητα διαμερίσματα κατέγραψαν άνοδο της τάξεως του 7,4% στο σύνολο του έτους (από αύξηση 4,9% το 2020), ενώ ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών για τα παλαιότερα διαμερίσματα διαμορφώθηκε σε 6,9%, έναντι αύξησης 4,2% το 2020.

Στην Αθήνα, το 2021, οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 9,1%, από 7,8% το 2020 και 10,6% το 2019. Αντίστοιχα, στη Θεσσαλονίκη η άνοδος των τιμών κατά το προηγούμενο έτος διαμορφώθηκε σε 6,9%.

Το αποτέλεσμα είναι οι τιμές πώλησης να υπολείπονται πλέον μόλις 20% έως και 33% σε σχέση με το 2007, όταν είχαν βρεθεί στο υψηλότερο σημείο τους διαχρονικά.

Μάλιστα, ο ρυθμός ανόδου των τιμών είναι επιταχυνόμενος, καθώς κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2021 η αύξηση σε πανελλαδικό επίπεδο άγγιξε το 9,1%, με την Αττική να καταγράφει άνοδο της τάξεως του 10,5%. Η τάση αυτή συνεχίστηκε και κατά τους πρώτους μήνες του 2022. Σύμφωνα με την ανάλυση στοιχείων των αγγελιών του δικτύου Spitogatos και του σχετικού δείκτη τιμών SPI, κατά το πρώτο τρίμηνο τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση ζητούμενων τιμών πώλησης κατέγραψε η περιοχή του Νέου Φαλήρου με 27,6%, ενώ ακολουθούν οι περιοχές Καμίνια – Παλαιά Κοκκινιά με 18,2%, Ιλίσια με 16,9%, Βριλήσσια με 16% και Σεπόλια – Λόφος Σκουζέ με 16%. Η άνοδος αυτή έχει αρχίσει να περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές κατοικιών, με δεδομένο ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των υποψήφιων αγοραστών αναζητεί ακίνητο με κόστος έως 150.000 ευρώ.

Εκτίναξη και των ενοικίων

Από την άλλη πλευρά και οι τιμές ενοικίασης έχουν εκτοξευτεί σε πολλές περιοχές, καθιστώντας την επιλογή ανάμεσα στην αγορά ενός ακινήτου με τραπεζική χρηματοδότηση ή ενοικίαση ιδιαίτερα σύνθετη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του δείκτη τιμών SPI (Spitogatos Property Index), για το πρώτο τρίμηνο του 2022 το μέσο ενοίκιο στην περιοχή της Αττικής διαμορφώνεται σε 7,5 ευρώ/τ.μ., από 6,4 ευρώ/τ.μ. πριν από έναν χρόνο. Σε σχέση δε με το πρώτο τρίμηνο του 2019 η συνολική αύξηση των ενοικίων αγγίζει το 28,6%. Συνολικά στο λεκανοπέδιο της Αττικής, κατά το φετινό πρώτο τρίμηνο, οι μεγαλύτερες αυξήσεις στη μέση ζητούμενη τιμή ενοικίασης κατοικίας έλαβαν χώρα στα βόρεια προάστια, με 11,1% σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό τρίμηνο, ενώ ακολούθησαν τα ανατολικά προάστια της Αθήνας με αύξηση κατά 9,3%.

Ενδεικτικό των ανατιμήσεων των ενοικίων και των προσδοκιών ορισμένων ιδιοκτητών, είναι ότι υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις διαμερισμάτων όπου τα ενοίκια που ζητούνται σήμερα είναι ακόμα και 40% υψηλότερα σε σχέση με πριν από τρία χρόνια, δηλαδή πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας. Διαμέρισμα τρίτου ορόφου στο Παλαιό Φάληρο, επιφανείας 80 τ.μ. εκμισθώνεται σήμερα αντί 850 ευρώ/μήνα, έναντι 600 ευρώ πριν από την πανδημία, μια αύξηση της τάξεως του 41,5%. Αντίστοιχα, στο Κολωνάκι, ιδιοκτήτης διαμερίσματος επιφανείας 130 τ.μ. ζητάει σήμερα 1.200 ευρώ/μήνα, όταν αντίστοιχων προδιαγραφών ακίνητο σε γειτονικό σημείο (επίσης στο Κολωνάκι) μισθώθηκε αντί 850 ευρώ πριν από δύο χρόνια, δηλαδή 40% χαμηλότερα.

Τα παραπάνω δεδομένα συνθέτουν μια ιδιαίτερα δύσκολη συνθήκη που τείνει να διαμορφωθεί στην αγορά κατοικίας, καθώς περιορίζεται συνεχώς η «δεξαμενή» των υποψήφιων αγοραστών κατοικίας, με δεδομένο ότι κατά τα προηγούμενα χρόνια αρκετοί άνθρωποι ανώτερων εισοδημάτων προχώρησαν σε επενδύσεις στην κτηματαγορά, καλύπτοντας τις στεγαστικές τους ανάγκες.

Αυτό αφήνει την περίφημη μεσαία τάξη ως βασική πηγή τροφοδότησης της ζήτησης, σε μια περίοδο ιδιαίτερα απαιτητική για τα οικονομικά των νοικοκυριών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αναζητηθούν εναλλακτικά μοντέλα διάθεσης και προώθησης κατοικιών, προκειμένου να απορροφηθεί ο όγκος των ακινήτων που συνεχίζουν να συσσωρεύουν οι τράπεζες και οι εταιρείες διαχείρισης κόκκινων στεγαστικών δανείων.

Δεν φτάνει μόνο το στεγαστικό

Μία ακόμα δυσκολία για τους αγοραστές είναι το γεγονός ότι οι τράπεζες δεν χρηματοδοτούν το 100% της αξίας του ακινήτου, όπως κατά την περίοδο πριν από την οικονομική κρίση. Αντιθέτως, ακόμα κι αν ο δανειολήπτης πληροί  και τα πιο αυστηρά πιστοληπτικά κριτήρια, θα πρέπει να υπολογίζει ότι θα χρειαστεί τουλάχιστον 20% ιδίων κεφαλαίων για να ολοκληρώσει την αγορά ακινήτου. Σε αρκετές περιπτώσεις οι τράπεζες δανειοδοτούν μέχρι ποσοστού 65%-70% της αξίας του προς απόκτηση ακινήτου. Σε λίγους μήνες δε, το κόστος δανεισμού θα αυξηθεί, καθώς προβλέπεται να αυξηθούν τα επιτόκια από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να δυσχεράνει ακόμα περισσότερο τη λήψη ενός στεγαστικού δανείου, περιορίζοντας ενδεχομένως το ποσό που μπορεί να λάβει ένας ενδιαφερόμενος δανειολήπτης, τη στιγμή που η τάση στην κτηματαγορά είναι αντίθετη, δηλαδή απαιτείται όλο και μεγαλύτερο ποσό για την αγορά κατοικίας.

Πηγή: Καθημερινή

 

Μοιραστείτε το... Facebooktwitterredditpinterestlinkedinby feather