ΙΟΒΕ: Υψηλές δαπάνες για ιδιαίτερα και ξένες γλώσσες για τους Έλληνες

ΙΟΒΕ: Υψηλές δαπάνες για ιδιαίτερα και ξένες γλώσσες για τους Έλληνες

Φροντιστήρια και ξένες γλώσσες. Σε αυτά κατευθύνεται το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών των Ελλήνων γονέων με παιδιά στο γυμνάσιο ή στο λύκειο.

Οταν τα παιδιά φτάνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το μεγαλύτερο ποσό των οικογενειακών δαπανών αφιερώνεται στις μεταπτυχιακές σπουδές, οι οποίες πλέον θεωρούνται απαραίτητες για την «επιβίωση» στον σκληρό ανταγωνισμό της ελληνικής αλλά και της ξένης αγοράς εργασίας. Βέβαια, η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει σε συρρίκνωση των ποσών που δαπανούν οι οικογένειες. Η ιδιωτική δαπάνη από 3,3 δισ. ευρώ το 2009, περιορίστηκε το 2015 στα 2,2 δισ. ευρώ.

Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται στην έκθεση του ΙΟΒΕ με τίτλο «Κρίση και εξέλιξη δημόσιας και ιδιωτικής δαπάνης», η οποία καταδεικνύει ότι οι γονείς καλύπτουν τις ελλείψεις της δημόσιας εκπαίδευσης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μελέτη, το 87% των δαπανών της ελληνικής οικογένειας με παιδιά στο γυμνάσιο και στο λύκειο ξοδεύεται σε φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα και ξένες γλώσσες. Αντίστοιχα, με στοιχεία του 2016, για τους γονείς με παιδιά στο δημοτικό οι ξένες γλώσσες αποτελούν το μεγαλύτερο έξοδο, αφορούν το 53% του συνόλου των εκπαιδευτικών δαπανών. Ενα σεβαστό κονδύλι αφιερώνεται επίσης στις εκπαιδευτικές εκδρομές.

Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι γονείς δίνουν το 80% των συνολικών δαπανών για την εκπαίδευση των παιδιών για τη φοίτησή τους σε μεταπτυχιακά προγράμματα. Από 3,9% επί του συνόλου της ιδιωτικής δαπάνης το 2008, το συγκεκριμένο κονδύλι αυξήθηκε στο 9% το 2016.

Ως προς τις δημόσιες δαπάνες για την παιδεία, το 2015 ήταν 8,7 δισ. ευρώ. Εξ αυτών το 83% δόθηκε για τη μισθοδοσία των εκπαιδευτικών. Παρά το μεγάλο βάρος που δίνεται στο προσωπικό, οι εκπαιδευτικοί στη χώρα μας ούτε επιμορφώνονται αλλά ούτε και αξιολογούνται για να βελτιωθούν, γεγονός που καταδεικνύει την απουσία στρατηγικής στον χώρο της εκπαίδευσης.

Μάλιστα η Ελλάδα, σε σχέση με τις χώρες της Ε.Ε., υστερεί στα κονδύλια που δαπανά για την εκπαίδευση. Η συνολική εκπαιδευτική δαπάνη στην Ελλάδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2000-2016, κυμάνθηκε μεταξύ 3,6% – 4,6% και υπολείπεται διαχρονικά του μέσου όρου της δαπάνης των χωρών της Ε.Ε. (από 4,7% έως 5,3%) και της Ευρωζώνης (από 4,6% έως 5%) την ίδια περίοδο. Τα τελευταία χρόνια, μετά και τη μεγάλη μείωση του ΑΕΠ στη διάρκεια της κρίσης και τη σχετικά μικρότερη μείωση της εκπαιδευτικής δαπάνης, η συνολική δημόσια εκπαιδευτική δαπάνη στην Ελλάδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ (από 4,6% το 2013 έως 4,3% το 2016), είναι μεγαλύτερη από εκείνη χωρών της Νότιας Ευρώπης, όπως της Ισπανίας (με 4,4% το 2010 και 4% το 2016) και της Ιταλίας (4,4% το 2010 έως 3,9% το 2016), και βρίσκεται στο ίδιο περίπου επίπεδο με εκείνη της Γερμανίας (4,4% το 2010 έως 4,2% το 2016).

Αναφορικά με τις προκλήσεις τις επόμενες δεκαετίες, μείζον θέμα είναι οι επιπτώσεις της δημογραφικής συρρίκνωσης. Οι μαθητές τα επόμενα 20 χρόνια (2015-2035) θα μειωθούν από 1,4 εκατ. στο 1 εκατ. Η μείωση σωρευτικά μπορεί να υπερβεί το 30%. Παράλληλα, η μελέτη τονίζει την ανάγκη χάραξης εθνικής στρατηγικής για την ανεύρεση πρόσθετων πόρων όσον αφορά την εκπαίδευση τα προσεχή χρόνια, την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων με στόχο τη βελτίωση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας της σημερινής δημόσιας δαπάνης και την αναδιάρθρωσή της με ανακατανομή μεταξύ εκπαιδευτικών βαθμίδων και κατηγοριών δαπάνης (αποζημιώσεις εργαζομένων, υποδομές, λειτουργικές δαπάνες, κοινωνικές παροχές).

Μοιραστείτε το... Facebooktwitterredditpinterestlinkedinby feather